σάβανο

το / σάβανον, ΝΜΑ
νεοελλ.
άσπρο σεντόνι με το οποίο καλύπτεται κατάσαρκα το σώμα νεκρού
μσν.-αρχ.
τεμάχιο λινού υφάσματος το οποίο χρησίμευε για σκούπισμα τού σώματος ή τού προσώπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ., άγνωστης προέλευσης, την οποία δανείστηκε από την Ελληνική η Λατινική (πρβλ. λατ. sabanum) και, στη συνέχεια, η Γερμανική (πρβλ. αρχ. άνω γερμ. saban) και η Σλαβική (πρβλ. αρχ. σλαβ. savan). Κατά μία άποψη, η οποία, όμως, προσκρούει στα ιστορικά δεδομένα, η λ. σάβανον είναι σημιτικής προέλευσης (πρβλ. αραβ. sabanijjat) και χρησιμοποιήθηκε για το ύφασμα που κατασκευαζόταν στην περιοχή Σαβάν, κοντά στη Βαγδάτη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάβανο — το саван – белый покров, который полагают на умершего мирянина. Как при крещении облачение крещаемого в белые одежды (оно тоже называется саваном) означает, что крестившийся облекся во Христа, сделался чистым от греха, новым человеком, так белый… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σάβανο — [савано] ουσ. о. саван …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σάβανο — το σεντόνι με το οποίο περιτυλίγουν το νεκρό για να τον θάψουν, νεκροσέντονο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαβανώνω — Ν [σάβανο] περιτυλίγω νεκρό με σάβανο για ταφή …   Dictionary of Greek

  • Anexo:Falsos amigos — Los falsos amigos son palabras que, a pesar de tener significados diferentes, pueden escribirse o pronunciarse de una manera similar en dos o más idiomas. Lo anterior puede deberse tanto a distintas etimologías como a un cambio en el significado… …   Wikipedia Español

  • Πηνελόπη — Πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, κόρη του βασιλιά της Σπάρτης ή των Αμυκλών Ικαρίου και σύζυγος του Οδυσσέα. Ένα χρόνο μετά τον γάμο τους, ο Οδυσσέας έφυγε για τον Τρωικό πόλεμο, αφήνοντας την με το γιο τους Τηλέμαχο, βρέφος ακόμα. Είκοσι… …   Dictionary of Greek

  • ασαβάνωτος — η, ο (για νεκρό) αυτός που δεν έχει σαβανωθεί, που δεν έχει τυλιχτεί με σάβανο …   Dictionary of Greek

  • εντάφιος — α, ο (AM ἐντάφιος, ον) νεοελλ. 1. αυτός που βρίσκεται στον τάφο («όλη μαύρη μυρμηγκιάζει η εντάφια συντροφιά», Σολωμός) 2. αυτός που βρίσκεται κοντά στον τάφο («κατά τα εντάφια χόρτα», Σολωμός) αρχ. μσν. 1. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐντάφιον σάβανο («ὡς …   Dictionary of Greek

  • καλύπτρα — η (AM καλύπτρα, Α ιων. τ. καλύπτρη) [καλύπτω] 1. αυτός που καλύπτει, που σκεπάζει κάτι, το κάλυμμα 2. τεμάχιο λεπτού υφάσματος με το οποίο καλύπτουν οι γυναίκες το κεφάλι ή το πρόσωπο, κεφαλοπάνι, βέλο («ἀπὸ δὲ λιπαρὴν ἔρριψε καλύπτρην», Ομ. Ιλ.) …   Dictionary of Greek

  • καρκάλιον — καρκάλιον, τὸ (Α) σάβανο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.